Τέσσερις χρεοκοπημένοι νεκροθάφτες πάνε για την "αρπαχτή" που θα τους δώσει την ευκαιρία να αλλάξουν την ζωή τους εγκαταλείπωντας το επάγγελμα, που πήγανε προσωρινά βέβαια, και έμειναν σε αυτό μια ζωή. Πραγματοποιούν, με την υπόσχεση αμοιβής, την τελευταία επιθυμία αποθανώντα έλληνα της αλλοδαπής. Επιθυμεί να τον πάνε από την Αθήνα σε κάποιο χωριο της Βοιωτίας, με τα πόδια. Ομως όταν ανακαλύψουν οτι λεφτά δεν υπάρχουν, αποφασίζουν να απαγάγουν τον νεκρό... Πραγματοποιώντας αυτή την παράξενη τελευταια επιθυμία, θα εμπλακούν σε μια οδύσσεια που θα μετατραπεί σε ένα απροσδόκητο ταξίδι αυτογνωσίας.
Σε αυτό το φίλμ, έχω την αίσθηση, οτι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ακόμα και η επιλογή της ημερομηνίας για την πρεμιέρα (25η Μαρτίου), με παραπέμπουν στο τέλος της προηγούμενης ταινία του, την "καρδιά του κτήνους", οπου το φετίχ του ήρωά μας "Τζουτζέ", οι τσολιάδες, παρελάυνουν Κυριακή πρωί στην Β. Σοφίας. (Νομίζω οτι κάπου είδα τσολιάδες, στο βάθος της σκηνής, την ώρα που περιφέραν τον νεκρό στην πλ. Συντάγματος). Είναι η πρώτη ταινία του Ρ. Χαραλαμπίδη, που χρησιμοποιεί σε τόση μεγάλη έκταση, εξωτερικά πλάνα, και μάλιστα στο ύπαιθρο. Διαφοροποιείτε απο τις εικόνες της πόλης, που κινηματογραφούσε στις προηγούμενες ταινίες του. ( Πρέπει να είναι απο τους ελάχιστους Ελληνες σκηνοθέτες, που έχουν απαθανατίσει την Αθήνα, με τόσο ποιητική διάθεση). Αλλάζει διαθέσεις και ατμόσφαιρες. Χρησιμοποιεί διαφορετικά το φώς και τα χρώματα. Ανεβάζει τον βαθμό δυσκολίας κατακόρυφα. όπως και το κόστος. Απο άποψη πλάνων, είναι η καλύτερη ταινία του Ρ. Χαραλαμπίδη. Ειδικά η σεκάνς στο πανηγύρι, είναι ό,τι καλύτερο έχει τραβήξει.
Ολες οι ταινίες του έχουν εξαιρετικά soundtrack. Αυτή την φορά δοκιμάζει τις συνθετικές του ικανότητες. Σε μία συνέντευξή του δήλωσε οτι πάσχει απο το σύνδρομο του Τσάρλι Τσάπλπιν. Που έγραφε, σκηνοθετούσε, έπαιζε και έγραφε την μουσική. Το κομμάτι που έγραψε είναι αρκετά απλό. Ενα σφύριγμα που σταδιακά η ενορχήστρωση το οδηγεί σε μία συναισθηματική φόρτιση. Δίνει την αίσθηση του road movie. Αυτό που πραγματικά είναι η ταινία.
Η υποκριτική των ηθοποιών είναι ενδιαφέρουσα. Είναι τέσσερα πρόσωπα, που έχουν συνειδητοποιήσει την τραγικότητα της οικονομικής τους κατάστασης και κάνουν κινήσεις απελπισίας. Ο Ρένος Χαραλαμπίδης υποδύεται τον Μάκη Μεσσία (!). Γεννημένος αρχηγός (έτσι θέλει να πιστέυει τουλάχιστον). Θέλει να ξεφορτωθεί το γραφείο τελετών που κληρονώμησε απο τον πατέρα του και τον παππού του, για να ασχοληθεί με εκτροφή αλόγων στον ιππόδρομο. Ενας ήρωας που απέχει απο τους προηγούμενους που έχει παίξει στις ταινίες του. Ο Μάκης δεν είναι ο τύπος με το εκλεπτισμένο γούστο. Ακροβατεί διαρκώς μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Ο Γ. Ζουγανέλης, παίζει έναν άγνωστο ηθοποιό, που δεν πούλησε την ψυχή του στην τηλεόραση. Ομως το θέατρο και οι μεγάλοι ρόλοι είναι ακριβό χόμπι, ειδικά όταν αυτοί αποτυγχάνουν. Δουλεύει ως part time κοράκι, με την δικαιολογία οτι μελετάει κάποιον ρόλο. Είναι πιο λιτός απο κάθε άλλη φορά. Είναι ένας γκροτέσκο ηθοποιός, που παίζει με μούτες και με φάρσες, αλλά αυτή την φορά παίζει με την υπερβολή, υπηρετώντας την ατμόσφαιρα.
Ο Αλκης Παναγιωτίδης είναι απλά απολαυστικός. Κάνει τον Μπάμπη. Εναν νεκροκομιστή καριέρας με αριστοκρατικό look. Η αδυναμία του το αλκοόλ τον οδηγεί στην κατάρευση. Τον ίδιο αλλά και τα φέρετρα που κουβαλάει. Παίζει με τις λεπτομέρειες. Ενδεικτικο είναι το poster της ταινίας. Παρατηρείστε τον. Ειναι ο μόνος που φορά γάντια. Τα γόνατά του είναι λυγισμένα. Συνέπεια του αλκοόλ.
Ο Τάκης Σπυριδάκης είναι η αποκάλυψη της ταινίας. Παίζει τον Κοσμά, έναν αποφοιτο σοφρωνιστικού ιδρύματος. Στο poster φοράει ελβιέλες. Αν και ο ίδιος έχει περάσει την απόλυτη φουρτούνα στη ζωή του, δείχνει να έχει βρεί την γαλήνη. Εχει μπλέξει σε αυτή την ιστορία, γιατί δεν έχει τίποτα απολύτος να κάνει. Εξαιρετική η σκηνή με τον αστυνόμο (Δ. Βερύκιος) Κατ' εμέ λέει την ατάκα του έργου. Άπλα.... Σε αυτήν την λέξη θα μπορούσα να χωρέσω, όλα όσα έγραψα πρίν.
Ο Δ. Πουλικάκος, κάνει έναν συμβολαιογράφο. Το πρόσωπο του διαβόλου, που παρασύρει τους ήρωες, με όπλο τον πειρασμό της αρπαχτής, στην περιπέτεια. Λίγο χουντικός, αρκετά αλογομούρης, 100% απατεώνας. Ενας ρόλος, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του.
Ο έρωτας και οι γυναίκες βρίσκονται σε πρώτο πλάνο σε κάθε φίλμ του Ρ. Χαραλαμπίδη. Σε αυτήν φαινομενικά δεν είναι. Αλλά τα φαινόμενα απατούν. Ο έρωτας είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Και αυτή είναι η μεγάλη ανατροπή του έργου. Υπάρχουν σκηνές που λειτουργούν αντιστικτικά με άλλες του ταινίες. Για παράδειγμα υπάρχει η σκηνη του εγκαταλελημένου οχήματος, που μέσα έχουν κρύψει την σωρό. Απο τα παράθυρα βγαίνουν περιστέρια, όπως και στο τρόλεϊ, στην τελευταία σκηνή απο τα φτηνά τσιγάρα. Δεν είναι τόσο η εμμονή του σκηνοθέτη σε κάποιες εικόνες. Το χρησιμοποιεί περισότερο σαν λάιτ μοτίβ. Για να υπενθυμίσει έστω και υποσεινήδητα στο κοινό, την παρουσία του έρωτα και της γυναίκας, σε μία ταινία που οι γυναίκες δεν έχουν (σχεδόν) ούτε ρόλο.
Οταν είδα την ταινία το κοινό γελούσε πολύ. Ισως να είχε την ανάγκη να γελάσει. Εγώ έσκαγα απλά ένα μειδίαμα. Εχω την αίσθηση πως πρόκειτε για μια σκληρή και απαισιόδοξη ταινία. (Μπορεί να κάνω και λάθος). Στις προηγούμενες ταινίες του έφευγα με ένα πικρό χαμόγελο. Σε αυτήν, το χαμόγελο ήταν ακόμα πιο πικρό.
Αυτην ήταν μία υποκειμενική κριτική. Τι διάολο. Hobbistas είμαι. Δικαιούμαι να είμαι υποκειμενικός!
(Αποσπάσματα και προσθήκες απο την εκπομπή "πόρτα πόρτα" στις 25/3/2010)






